0
Δημοσιεύτηκε 6 Δεκ 2018, 00:08   /   ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
 
 

Παρουσίαση του βιβλίου “Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες” στη Λαμία

thumbnail 4 617x294 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΟΜΙΛΟΣ ΦΘΙΩΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΛΑΜΙΑ

Η πρωτοεμφανιζόμενη επίσημα με βιβλίο στον χώρο της λογοτεχνίας Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, με σπουδές σκηνογραφίας-ενδυματολογίας, δεν είναι άγνωστη, διότι διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Το βιβλίο της, μια συλλογή δεκαοχτώ διηγημάτων με τίτλο Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες, που παραπέμπει αυτομάτως σε ηρωίδα μεγάλου διηγηματογράφου μας, φανερώνουν ότι πίσω από τις ηρωίδες και τους ήρωες των ιστοριών της υπάρχει μια δυναμική συγγραφέας με δημιουργική στόφα, γνώση, με ευρεία και από περιωπής θεώρηση της εθιμικής, της θρυλικής και της παραδοσιακής πραγματικότητας όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη στο εθιμικό και στο αίσθημα του λαού και ενταγμένη ενεργά στην καθημερινότητά. Και λειτουργεί ως αναπόσπαστο μέρος της φαντασίας και της ανάγκης για λυτρωτική διαφυγή από τη ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στη ροή της καθημερινότητας του σύγχρονου Έλληνα.

Η «Μακρυγιαλού», η χωρίς όνομα ηρωίδα/αερικό, «η μοναδική επιζήσασα από το ναυάγιο του υπό ξένη σημαία εμπορικού πλοίου (…) μ’ εκείνο το “είμαι καλός άνθρωπος εγώ”, τους μπέρδευε όλους» και πολλοί συμπέραιναν «πως η Μακρυγιαλού είχε κάνει συμφωνία με τον Εξαποδώ», κάτι που ενισχυόταν από την καθημερινή της μαυροφορεμένη παρουσία και αμφίεση: «Η εικόνα της ήταν σκοτεινή σαν τη ζωή της και (…) όσο εκείνη δεν έβγαζε μιλιά τόσο πλεκόταν και μάκραινε ο μύθος της, γινόταν μια τεράστια μαντίλα, που τα τύλιγε όλα κι απλωνόταν, πέρναγε τα διπλανά χωριά, έφτανε μέχρι την πόλη κι από κει έβγαινε από τα σύνορα (…) Στο τέλος η ιστορία έγινε θρύλος» και από τις αναμνήσεις πέρασε στο στόμα του λαού σαν παραμύθι…

Έχει έναν δικό της τρόπο να περιγράφει καταστάσεις, να στήνει υπαρκτούς ήρωες καθημερινούς, αλλά και ήρωες/φαντάσματα που θα μπορούσαν να κινούνται μέσα στις κοινωνίες και να μπερδεύουν τους «κανονικούς» με την παρουσία τους. Ήρωες με οντότητα, που η έντονη παρουσία τους όχι μόνο να γίνεται αντιληπτή, αλλά και να αποτελεί θέμα διερεύνησης και ερμηνείας ως φαινόμενο.

Τόσο στη «Μακρυγιαλού» όσο και στην «Ταφή της Αντιγόνης» ένα φάσμα μυστηρίου τυλίγει τη ζωή και τα πεπραγμένα των ηρώων. Τηρουμένων των αναλογιών, μέσα στα δεκαοχτώ διηγήματα ξετυλίγονται καθημερινές υποθέσεις με δραματικές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που μεταμορφώνονται σε ήρωες και αντιήρωες στην περιπέτεια του βίου τους. Κοντολογίς, τα δεκαοχτώ διηγήματα είναι μικρές, σύντομες τραγωδίες αφανών ή δηλουμένων είτε από τις πράξεις τους είτε από μυθεύματα που διανθίζουν τη ρουτίνα της καθημερινότητας με μυστηριώδεις εμφανίσεις και εξαφανίσεις προβληματικών ατόμων, που η ζωή τους διαφέρει από των άλλων.

Πίσω από τις ηρωίδες και τους ήρωες των ιστοριών της υπάρχει μια δυναμική συγγραφέας με δημιουργική στόφα, γνώση, με ευρεία και από περιωπής θεώρηση της εθιμικής, της θρυλικής και της παραδοσιακής πραγματικότητας όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη στο εθιμικό και στο αίσθημα του λαού.

Πίσω από κάθε αμφιλεγόμενο πρόσωπο, πίσω από κάθε ενέργεια ή πράξη λανθάνει κάποιο μυστήριο, σχεδόν κάθε ήρωα χαρακτηρίζει ή συνοδεύει το παράδοξο, ενίοτε και το μακάβριο. Ο ανώνυμος υποψήφιος συγγραφέας βλέποντας τη ζωή του μέσ’ από τη διάθλαση του καθρέφτη γράφει τον επίλογο μιας αναίμακτης, της δικής του, τραγωδίας, επιλέγοντας ως λύση του αινίγματος της ζωής τη βουτιά στον γκρεμό. («Ο γκρεμός»)

Η Αντιγόνη θα λυτρωθεί από τις υποψίες, τις απορίες και τις ενοχές της σε σχέση με τη συμπεριφορά της μητέρας της, με την ανεύρεση του θαμμένου ρούχου εκείνης και την «ταφή» του στον τάφο της νεκρής μητέρας. «Στον κήπο, δίπλα στο εκκλησάκι που (η Αντιγόνη έκτισε) και αναδύεται ολόλευκο μέσα από κόκκινα γαρίφαλα, η Αντιγόνη φύτεψε μια κοντούλα (αχλαδιά), ίδια μ’ εκείνην την παλιά…» ( «Η ταφή της Αντιγόνης»)

Οι κληρονόμοι του θετού παππού αυτοπυρπολούνται, εκτός από τα παιδιά τους, όταν μαθαίνουν ότι το σπίτι για το οποίο είχαν κάνει μεγάλα όνειρα δεν τους ανήκει. («Η κληρονομιά»)

Η συλλογή των δεκαοχτώ ιδιότυπων διηγημάτων κλείνει με το διήγημα που έχει τίτλο «Ξεχασμένες ταχυδρομικές ιστορίες», επαναλαμβανόμενες, θαρρείς κληρονομικώ δικαιώματι, από γενιά σε γενιά στους ίδιους χώρους με τα ίδια χαρακτηριστικά ίσαμε που μένουν χαραγμένες ανεξίτηλα στη μνήμη των ανθρώπων. Ακόμα και η Μακρυγιαλού, που πρώτη έπαιξε το δικό της δράμα σε πολλά επίπεδα και πολλά πρόσωπα υποδυόμενη, κάνει αισθητή την παρουσία της και στο καταληκτικό διήγημα διά στόματος Γιάννη: «Φθινόπωρο πρέπει να χάθηκε η Μακρυγιαλού», που κι αυτός είχε την ίδια τύχη με τον παππού του: τον πήρε η κατεβασιά του ποταμού, αφήνοντας τον χώρο της κατοικίας/ταχυδρομικό κατάστημα(!) με στοίβες φακέλους και εφημερίδες για τον επόμενο ταχυδρόμο να συνεχίσει τις ιστορίες βάζοντας σε τάξη τα διάφορα περιστατικά.

Πρόκειται για καλογραμμένα, σύντομα διηγήματα, συναρπαστικές ιστορίες απλών, καθημερινών ανθρώπων, από εκείνες τις ιστορίες που τις συνδέει η παράξενη μοίρα των ηρώων οι οποίοι, ανάλογα με τις περιστάσεις, γίνονται θύματα και θύτες και ολοκληρώνονται ως χαρακτήρες παίζοντας τον ρόλο του καθένας μέσα στον κύκλο των δυνατοτήτων, των αδυναμιών και των επιλογών τους, δικαιωμένοι κι αδικαίωτοι ως εάν η Μακρυγιαλού να προκαθόρισε τη μοίρα όλων.

 

 


Niki Giannoulidou